Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009


γάμος στην έξω Μάνη ( κάμποςΑβίας)


Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

ΜΑΝΙΣ

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Να φύγεις θέλεις από τούτη τη πόλη...
Να φύγεις, πέρα προς την ΑγιάΣω, και ακόμα πιο πέρα, να μπεις στην έξω Μάνη, να τραβήξεις προς τι Κιτριές, να χαθεί απ’ τα μάτια σου το «Καλάθι», με το πέτρινο σώμα του, πληγιασμένο απ’ το μπετό και την αυθάδεια των κρετίνων.
Να φύγεις θέλεις, πέρα μακριά, να πάψουν οι φωνές των τιποτένιων, να χαθούν οι εικόνες των σκουπιδιών έξω από τα σχολεία, και να εύχεσαι, να μη κόψει τίποτα το φευγιό σου, ούτε ο στίχος του ποιητή να σε μποδίσει που θέλει

Μόνο καρτέρα μια στιγμή
να ανθίσει ο πικραπήγανος
να λουλουδίσει ο φλόμος

Να φύγεις θέλεις, να φτάσεις μέχρι εκεί, το μεγάλο τοπίο, όλο ελιές μικρές, και αγκάθες, και κοτρώνες, και ίσως το φλόμο να τόνε βρεις ανθισμένο, να γλυκάνει τα μάτια σου, γιατί το πικραπήγανο πάει πια, δεν τον γνωρίζεις, δεν το κράτησε κανείς να στο δείξει, ξεχάστηκε…

Να φύγεις θέλεις, να πας προς τα κει που αμόλευτα μένουν ακόμα τα χώματα, σε κείνο το παράξενο τόπο που μένει, να κορδώνεται μέσα στον ήλιο, πάνω στη θάλασσα και τους βράχους, αγκαλιαστά με το γιο του Διός το Μάνη, να προλάβεις να σκαλίσεις τα χώματα και τους βράχους, μη βρεις σημάδια από τις αρχαίες πόλεις, τα περάσματα των Δωριέων, τους μισθοφόρους του Μέζαπο, μήπως και πάνω στη Mανή γη, ξεδιακρίνεις τα σημάδια που αφήσανε στον ήλιο και τον άνεμο τα μαύρα τσεμπέρια των γυναικών, που σημαίες κάνανε οι πολεμιστές που η «μάνις» θέριευε στις ψυχές τους, να βρεις κόκκινα χαϊμαλιά κουρσάρων και πειρατών στις σπηλιές κάτω απ’ τη θάλασσα, να ακούσης τη φωνή κείνου του αλαφροΐσκιωτου, γεροπαράξενου ποιητή Νηφάκου να σου ονοματίζει τους τόπους και τα πράγματα, βρίζοντας τους ντόπιους που κατοικούνε εκεί

« όντες Μανιώτες αληθώς, όντες και μανιωμένοι,
αρκούδες, λύκοι, λέοντες , θήρες αγριωμένοι.
[i]»

Να ‘μερέψεις κοιτώντας τη θάλασσα, να γαληνέψει ο νους σου, να αντρειέψεις ακουμπώντας, πάνω στα πέτρινα κορμιά της Μάνης. Πορεία να κάνεις, στο χρόνο, στο τόπο, στη μνήμη, στη βούληση του απέραντου του νυν και αεί και ατέλειωτου. Ν’ ακουμπήσεις τη ψυχή της Μάνης και των ανθρώπων της.
[i] Διάλογοι α` 137-143